αναινομαι

αναινομαι
    ἀναίνομαι
    ἀν-αίνομαι
    (impf. ἠνανόμην, aor. 1 ἠνηνάμην)
    1) отвергать, отклонять
    

(τι и τινα Hom., Eur., Xen., Dem., Theocr., Plut.)

    ἀ. ποιεῖν τι Hom., Aesch. — отказываться сделать что-л.;
    φάος τηλέπομπον οὐκ ἠναίνετο φρουρά Aesch. — стража не замедлила передать дальше огненный сигнал

    2) отрицать, отрекаться
    

νικώμενος λόγοισιν οὐκ ἀ. Aesch. — не отрицаю, что (эти) слова победили меня

    3) страшиться
    

θανοῦσα οὐκ ἀ. Eur. — я не страшусь смерти;

    ἀ. (τοῦτ΄) εἰσορῶν Eur. — мне страшно видеть это


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "αναινομαι" в других словарях:

  • αναίνομαι — ἀναίνομαι (Α) 1. δεν αποδέχομαι, αρνούμαι, αποκρούω, απορρίπτω με περιφρόνηση ή βδελυγμία 2. απαρνούμαι, αποκηρύσσω, δεν αναγνωρίζω 3. αποφεύγω να κάνω κάτι 4. ντρέπομαι, δυσανασχετώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * στερ. + αἴνομαι «βεβαιώνω, δέχομαι,… …   Dictionary of Greek

  • ἀναίνομαι — refuse pres ind mid 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναινομένων — ἀναίνομαι refuse pres part mid fem gen pl ἀναίνομαι refuse pres part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναινέσθων — ἀναίνομαι refuse pres imperat mid 3rd pl ἀναίνομαι refuse pres imperat mid 3rd dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναινόμενον — ἀναίνομαι refuse pres part mid masc acc sg ἀναίνομαι refuse pres part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναίνῃ — ἀναίνομαι refuse pres subj mid 2nd sg ἀναίνομαι refuse pres ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηναμένων — ἀναίνομαι refuse aor part mid fem gen pl ἀναίνομαι refuse aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναινομένη — ἀναίνομαι refuse pres part mid fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναινομένην — ἀναίνομαι refuse pres part mid fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναινομένης — ἀναίνομαι refuse pres part mid fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναινομένοιο — ἀναίνομαι refuse pres part mid masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»